Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023

Ιστορίες από την ξενιτιά


 

 

Eίμαι στο λεωφορείο της επιστροφής γύρω στις τέσσερις το απόγευμα. Ο λαιμός μου δέχεται ελαφρά τσιμπήματα από την εισαγόμενη σκόνη της Σαχάρας που αιωρείται εδώ και ημέρες. Είμαστε καθισμένοι καμιά εικοσαριά άτομα. Αφρικανοί, Ασιάτες και λίγοι Ευρωπαίοι. Ένα ανθρώπινο πολυπολιτισμικό κοκτέιλ. Ένα μαύρο αγοράκι κλαίει ασταμάτητα. Ένας λευκός κύριος το αγγίζει και προσπαθεί να το καθησυχάσει. Το παιδί απλώνει τα χεράκια του προς τον άγνωστο άντρα και αυτός το παίρνει αγκαλιά και ηρεμεί αμέσως. Ξεσπάμε σε ηχηρά γέλια μαζί με μια λευκή κυρία δίπλα μου. Η μητέρα παρακολουθεί χωρίς να αντιδράσει. Μπαίνει μέσα ελεγκτής. Ένας Αφρικανός δεν έχει εισιτήριο. Ο ελεγκτής του λέει απλά να βγάλει ένα. Για λόγο που δεν αντιλαμβάνομαι δεν βγάζει. Μια άγνωστη μαύρη γυναίκα προσφέρει ένα δύευρο για τα ναύλα του εισιτηρίου.  Ο λευκός άντρας κατεβαίνει μετά από λίγο και παραδίδει το παιδάκι στην μητέρα του. Αυτό αρχίζει πάλι να κλαίει λες και το εγκατέλειψε ο πατέρας του. Κατεβαίνω στην στάση και σκέφτομαι όλα αυτά που έζησα σε μερικά λεπτά. Θα έρθει μια ημέρα που όλοι θα νοιάζονται έτσι. Είμαι σίγουρος

Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

Η κρυφή ιστορία ενός αρχοντικού της Θεσσαλονίκης (update 11/08/21: ηχογράφηση)


        Update: Η παρούσα ιστορία και σε ηχητική μορφή στο τέλος της εγγραφής


  H φαντασμαγορική εξωτερική όψη του αρχοντικού της οδού Ευζώνων δημιουργούσε μια ψευδαίσθηση για αυτό που κρυβόταν στο εσωτερικό του. Η μικρή Αγγελίνα που ζούσε μέσα σε αυτό ένιωθε μόνη και διψασμένη για στοργή. Αγκάλιαζε τις ακριβές γούνες της μητέρας της για να βρει ένα υποκατάστατο μιας ζεστής αγκαλιάς που δεν δεχόταν ποτέ από την οικογένεια της.

  Πήγαινε στο Καλαμαρί. Σε μια Ελληνογαλλική σχολή. Ο πατέρας της ένας αξιότιμος γιατρός. Η μεγαλύτερη της αδερφή η Μαρία πετυχημένη οδοντίατρος με σπουδές στο Παρίσι.

  Και ήρθαν οι σκοτεινές ημέρες της Γερμανικής κατοχής . Άνθρωποι πέθαιναν στον δρόμο υποσιτισμένοι. Η οικογένεια της Αγγελίνας λόγω της οικονομικής ευμάρειας τα κατάφερνε λίγο καλύτερα από τις υπόλοιπες.

  Το 44 έφυγαν οι Γερμανοί και εγκαταστάθηκαν στην Θεσσαλονίκη οι Αγγλοι για να ελέγξουν τις αναταραχές που δημιουργήθηκαν. Μέσα σε αυτούς και ο Clifford. Η μοναδική της αγάπη. Η Αγγελίνα είχε γίνει 16 ετών. Κάνανε βόλτες στην παραλία μόνοι τους. Δεν της άγγιξε ούτε το χέρι. Από σεβασμό και όχι επειδή δεν την ποθούσε. Στο πρόσωπο του η Αγγελίνα έβλεπε την απελευθέρωση από ένα άδειο από συναισθήματα σπίτι και την είσοδο σε έναν πρωτόγνωρο πραγματικό κόσμο αγάπης.

  Κάποια στιγμή τα Αγγλικά στρατεύματα έπρεπε να αποχωρίσουν. Ο Clifford πήρε την διεύθυνση της για να αλληλογραφούν και της υποσχέθηκε ότι μια ημέρα θα γύριζε πίσω για να την παντρευτεί. Οι μήνες πέρασαν όμως και δεν φάνηκε ούτε αυτός αλλά ούτε και κάποιο γράμμα του.

  Μια ημέρα εισέβαλε κρυφά μέσα στο δωμάτιο της αδερφής της. Ανακάλυψε κάτι γράμματα σταλμένα από έναν Άγγλο στρατιώτη. Ήταν φίλος του Clifford και η αδερφή της η Μαρία αλληλογραφούσε μαζί του. Άρχισε να τα περιεργάζεται ένα ένα. Πάγωσε η ανάσα της με αυτό που βρήκε γραμμένο σε κάποιο από αυτά «Κρίμα που τελικά η αδερφή σου ήθελε να χαλάσει την σχέση της με τον φίλο μου».

  Μεγάλη ντροπή εκείνα τα χρόνια να παντρευτεί η μικρή αδερφή και η μεγάλη να είναι στο ράφι. Γιαυτό και η Μαρία φρόντισε να χαλάσει το ειδύλλιο. Είχε σχίσει όλα τα γράμματα που είχαν έρθει για την Αγγελίνα και έγραψε στον φίλο της για την υποτιθέμενη επιθυμία της αδερφής της να τελειώσουν όλα με τον Clifford.

  Ο καυγάς που ξέσπασε ανάμεσα τους θύμιζε αρένα με παλαιστές χωρίς κανόνες. Η Μαρία πιο χειροδύναμη την έβαλε κάτω και την χτυπούσε χωρίς τέλος. Η Αγγελίνα προσποιήθηκε την νεκρή για να σωθεί.

  Ο καιρός πέρασε και αρκετοί άντρες παρέλασαν από το σπίτι ενδιαφερόμενοι για την Αγγελίνα αλλά η Μαρία έβρισκε πάντα έναν τρόπο για να τους αποθαρρύνει και να τους διώχνει. Της κατέστρεφε συνεχώς όλα τα όνειρα της.
Ο θυμός της Αγγελίνας ήταν πλέον ηφαίστειο που ξεχείλιζε λάβα ανεξέλεγκτα. Προσευχήθηκε με όλη την δύναμη της ψυχής της στον Θεό και τον παρακάλεσε να πεθάνει η αδερφή της.

  Μετά από λίγα χρόνια η Μαρία πέθανε τελικά από καρκίνο. Από την ίδια αρρώστια που είχαν χάσει την ζωή τους και ο πατέρας της και η μητέρα της. Η Αγγελίνα πιστεύοντας ότι αυτή προκάλεσε τον θάνατο μέσω της προσευχής της, ορκίστηκε για εξιλέωση. Θα ζούσε σαν κατακάθι για την υπόλοιπη ζωή της προκειμένου να πληρώσει το κακό που πίστευε ότι δημιούργησε.

  Ο καρκίνος πέρασε και από αυτήν με τους γιατρούς να κάνουν διάγνωση ότι της μένουν λίγοι μήνες. Άρχισε να ξεπουλάει την ακίνητη περιουσία της και να ξοδεύει τα χρήματα ανεξέλεγκτα περιμένοντας το τέλος της. Το τέλος δεν ήρθε όμως. Ο καρκίνος νικήθηκε.

  Συνέχισε να ζει ηθελημένα σαν καταραμένη. Τριάντα χρόνια χωρίς θέρμανση, ρεύμα και νερό και τρώγοντας από τα συσσίτια της εκκλησίας. Της κάνανε πρόταση να πουλήσει το αρχοντικό για 800.000 ευρώ. Δεν δέχτηκε. Ήθελε να συνεχίσει να τιμωρείται μέσα στο σπίτι που προκάλεσε το υποτιθέμενο έγκλημα. Αυτός θα ήταν ο τόπος βασανισμού της μέχρι να πεθάνει.

  Έφτασε και η ώρα που εμφανίστηκε και ο γράφων της ιστορίας. Προσπάθησε να την στηρίξει αλλά ο αγώνας ήταν δυσυπέρβλητος . Απευθύνθηκε σε δημόσιες υπηρεσίες και χτύπησε αρκετές πόρτες για βοήθεια αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση. Δίνανε ραντεβού για να πάνε να ετοιμάσουν τα χαρτιά για να πάρει μια σύνταξη αλλά αυτή πάντα έλειπε.

  Τον εμπιστεύτηκε μια ημέρα και τον έβαλε στο σπίτι. Το ανατρίχιασμα που ένιωσε όταν μπήκε μέσα δεν το ξέχασε ποτέ. Λόφοι σκουπιδιών με στενούς διαδρόμους ανάμεσα τους που περνούσες μετά βίας. Η δυσωδία πότιζε τον χώρο ασφυκτικά. Αργότερα έμαθε ότι αυτή η πάθηση ονομάζεται το σύνδρομο του Διογένη. Το ότι κατάφερε να επιβιώσει ένας άνθρωπος σε τέτοιες άθλιες συνθήκες υγιεινής μέχρι την ηλικία των 86 ήταν ένα σύγχρονο θαύμα.
Ήθελαν να την βάλουν σε γηροκομείο οι άνθρωποι της γειτονιάς αλλά αυτή ούτε να το ακούσει δεν ήθελε. Την άρεσε να σουλατσάρει στους δρόμους με τις ώρες. Ένας τέτοιος εγκλεισμός θα την διέλυε.

  Μια μέρα το σπίτι πήρε φωτιά. Το αξιοσημείωτο ήταν πως δεν είχε συμβεί τόσα χρόνια με τα κεριά συνέχεια αναμμένα δίπλα από στοίβες βρόμικων χαρτιών που πέφτανε. Την έβαλαν για λίγες ημέρες σε ένα κέντρο φιλοξενίας και την έδιωξαν μετά.

Την βρήκε ο γράφων για τελευταία φορά στην εξωτερική σκάλα του σπιτιού και τα είπανε. Ήταν ικανή να σου μιλάει για 2 ώρες όρθια χωρίς να νιώθει καθόλου κούραση στα πόδια.

  Τις επόμενες φορές που πέρασε δεν ήταν εκεί. Μίλησε με άτομα της γειτονιάς αλλά κανείς δεν ήξερε που ακριβώς πήγε. Επικοινώνησε με την αστυνομία και δεκάδες γηροκομεία αλλά δεν την βρήκε ποτέ. Η κύρια Αγγελίνα χάθηκε όπως την γνώρισε. Σαν ένας μύθος.

* Όπως τα έζησα και μου τα αφηγήθηκε η ίδια η Αγγελίνα

Κ.Igano

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο site της parallaxi εδώ

 
 


Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Ψυχαγωγία με καλούπια η άνευ;

 Ο Αλέξης έχει μια εμφάνιση νέου ανθρώπου μη αξιοπερίεργη αλλά η καθημερινότητα του θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε σχολές που θα δίδασκαν την επανάσταση κόντρα στις νόρμες ενός κλισέ τρόπου ζωής. Λιγομίλητος χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει αλλά αφήνοντας στους άλλους πάντα την αίσθηση ότι ξέρει πολύ περισσότερα από όσα λέει. Καταπιάνεται τόσο συχνά με ιδιότυπους τρόπους ύπαρξης που αναρωτιέσαι για το που σταματάει η διαφορετικότητα και που αρχίζει η παράνοια. Θα σας μιλήσω για την τελευταία του συνήθεια που έχει να κάνει με τα αεροδρόμια μήπως βγάλετε και εσείς κάποιο συμπέρασμα.

   Oρισμένες φορές που νιώθει τα πάντα γύρω του να τον σφίγγουν σαν σαγόνια κροκόδειλου, κατευθύνεται προς το αεροδρόμιο Μακεδονία. Ένα σταυροδρόμι πολιτισμών όπως αναφέρει όπου προσφέρεται για εναλλακτική θέαση και τουρισμό αναμνήσεων. Άνθρωποι γυρνάνε πίσω στον τόπο τους φορτωμένοι εικόνες. Φίλοι αποχαιρετιούνται με υγρά μάτια και έναν υποβόσκων αναστεναγμό. Συγγενείς καλωσορίζουν τους δικούς τους με ευφρόσυνες φωνές, αγκαλιές και συναισθήματα που ξυπνάνε από λήθαργο. Ξένοι έτοιμοι να γευτούν την περιπέτεια μέσα από αυτό που εμείς θεωρούμε ρουτίνα.

   Και κάπου στην μέση αυτός, με ένα σακίδιο στους ώμους να φιγουράρει σαν χειραποσκευή και με την παρουσία του να φαντάζει σαν μέρος της σκηνής χωρίς να διακρίνεται ότι είναι απλά ένας θεατής. Συλλέγει εικόνες,λόγια και οραματίζεται σκηνές από εκδρομές που τελείωσαν και ξεκίνησαν εδώ.

   Όταν μαζέψει αρκετά από αυτά, αναμιγνύεται με το πλήθος και μπαίνει στο λεωφορείο της επιστροφής. Ποζάρει στους τουρίστες που τον κοιτούν σαν ένα από τα πρώτα αντιπροσωπευτικά δείγματα του νέου τόπου. Παρατηρεί τις αεροσυνοδούς με τις ολόλαμπρες στολές τους που κάθονται λίγα καθίσματα παραπλεύρως προσπαθώντας να αφουγκραστεί την προσμονή για το σπίτι τους. Mια προσμονή που την υιοθετεί και αυτός κατασκευάζοντας μια ψευδαίσθηση ότι γύρισε από τόπο μακρινό. Μετά από αυτήν την ιδιότροπη βόλτα λοιπόν καταφέρνει και δημιουργεί μια ανανέωση μέσα του, με έναν πρωτόγνωρο τρόπο.

   Ο Τολστόι στο «Πόλεμος και ειρήνη» είχε αναφερθεί σε μια ιστορία όπου δύο ξιφομάχοι μονομαχούσαν για ώρα και όταν ένας από τους δύο τραυματισμένος κατάλαβε ότι απειλείται η ζωή του, άρπαξε μια μαγκούρα και άρχισε να την στριφογυρίζει. Κάτι τέτοιο ήταν ενάντια στους κανόνες αλλά του χάρισε την ζωή.

   Έτσι και ο Αλέξης, όταν δεν του αρκούν η δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τους κλασικούς κανόνες lifestyle για να πολεμήσει την δυστυχία και την ανία, ανακαλύπτει και δημιουργεί την δικιά του μαγκούρα που τον βοηθάει να παίρνει καθημερινές νίκες απέναντι σε έναν ισόβιο πόλεμο με αυτές.

   Οι ιδέες του Αλέξη όπως είπα σε κάνουν να αναρωτιέσαι για την σχέση που μπορεί να έχουν με την λογική. Από την άλλη όμως τίθεται το ερώτημα για το πόσο ευφυές είναι να συνεχίζουμε να καταφεύγουμε σε συγκεκριμένους τυποποιημένους τρόπους για να περάσουμε τον ελεύθερο χρόνο μας επειδή έτυχε να γεννηθούμε σε ένα μέρος όπου όλοι κάνουν το ίδιο, η απλά γιατί αυτό προτάσσει η εποχή μας. Πότε ήταν η τελευταία φορά αλήθεια που αποφάσισες να ψυχαγωγηθείς χωρίς να λειτουργήσεις στα πλαίσια του αποχαυνωμένου μιμητισμού από την ανθρώπινη μάζα που σε περιβάλλει;


Κ.Igano


*To όνομα έχει αλλαχθεί. 

Δημοσιεύτηκε αρχικά στην σελίδα της lifo εδώ



Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Μια διαφορετική παράσταση στον δρόμο της Εγνατίας


Κάθομαι τώρα μπροστά στον υπολογιστή και συλλογίζομαι για το αν αυτό που παρακολούθησα λίγες ημέρες πριν, ήταν γυρίσματα από κάποια σκηνοθετημένη παράσταση. Πώς όμως μπορεί να συνέβη κάτι τέτοιο, αφού συνέβαλα και εγώ προσωπικά στο φαντασμαγορικό φινάλε; Όχι, δεν πρέπει να μείνει αυτή η ιστορία κρυφή. Όχι, δεν πρέπει. Θα σας τα διηγηθώ όλα.
Ήταν μία η ώρα το μεσημέρι στο κέντρο της πόλης, στην οδό Εγνατία. Μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο που περίμενε στην στάση, κοιτούσαμε τα εκατοντάδες οχήματα που παρέλαυναν στο οδόστρωμα και  στέλνανε με περισσή γενναιοδωρία τις καρκινογόνες εκπνοές τους στα πνευμόνια μας. Πίσω μας μια ασταμάτητη ροή ενός ανθρώπινου ποταμιού.
Ένας ζητιάνος  έκανε την εμφάνιση του επαιτώντας χρήματα και προσοχή. Μούσι απεριποίητο, μαλλιά άπλυτα και ατημέλητα σαν βρώμικη φλοκάτη και ρούχα σκονισμένα και λιγδιασμένα.
Την  στιγμή εκείνη ένα πολυτελές κάμπριο αυτοκίνητο σταμάτησε στο ύψος της στάσης και ο οδηγός του βγήκε έξω αδιαφορώντας για τα κορναρίσματα. Ηλικία γύρω στα 60, με γκρίζα αραιά, ημίμακρα, περιποιημένα μαλλιά και φρεσκοξυρισμένα μάγουλα. Φορούσε κουστούμι πεντακάθαρο και σιδερωμένο λες και το παρέλαβε από το καθαριστήριο πριν λίγα λεπτά. Πήγε στο περίπτερο, αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρα και κινήθηκε για να φύγει.
Ο ζητιάνος του έκλεισε τον δρόμο. «Σας παρακαλώ κύριε δώστε μου κάτι» του είπε με φωνή αρκετά δυνατή που τράβηξε την προσοχή όλων των παρευρισκομένων. «Φύγε από μπροστά μου, ρε!» ξεστόμισε ο γκριζομάλλης με το βλέμμα του να φανερώνει αηδία και μίσος ταυτόχρονα. « Σας παρακαλώ κύριε» συνέχισε να φωνάζει ο επαίτης. « Φύγε από εδώ, ρε ζώον!» αναφώνησε ξανά ο κουστουμαρισμένος άντρας με το πρόσωπο του να έχει κοκκινίσει  Ο ζητιάνος συνέχισε πάλι το ίδιο τροπάριο. «Έχεις μυαλό όσο και ένα λάχανο» ξεστόμισε ο γκριζομάλλης άντρας και έφτυσε προς τον ζητιάνο. Το ανθρώπινο ποτάμι που κινούνταν πάνω στο πεζοδρόμιο είχε παγώσει και παρακολουθούσε αποχαυνωμένο σαν να εξελισσόταν μια ταινία που δεν μπορούσε να αλλάξει η τροπή της. Ο ζητιάνος αφού σκουπίστηκε λίγο με τα βρώμικα μανίκια του, αναφώνησε «Εσείς όμως δεν θα μπορούσατε να είστε ούτε λάχανο, γιατί ακόμη και τα λάχανα έχουν καρδιά».
Ακουστήκανε κάποια γέλια και εγώ ασυναίσθητα άρχισα να χειροκροτώ. Δεν μπορούσα να σταματήσω να χτυπάω τις παλάμες μου. Σαν να με καθοδηγούσε μια άγνωστη δύναμη. Ο γκριζομάλης άντρας γύρισε και με κοίταξε άγρια. Άγρια ξεκίνησε να δονείται και η καρδιά μου μέχρι που μια νεαρή κοπέλα δίπλα μου άρχισε να χειροκροτεί και αυτή. Όλος ο κόσμος μετά ξεκίνησε να χειροκροτεί και αυτός αδιάκοπα. Ο  ζητιάνος έκανε υπόκλιση στο νεοαποκτηθέν κοινό του. Ο γκριζομάλλης κύριος έσκυψε το κεφάλι του και μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο, ενώ ο ζητιάνος δεχόταν χρήματα από ορισμένους καθώς και μερικά διάσπαρτα μπράβο.
Σκέφτομαι τώρα πάλι τον οδηγό του πολυτελούς αυτοκινήτου και προσπαθώ να οραματιστώ αν ανέφερε  στην οικογένεια του για αυτό το συμβάν. Μάλλον θα το κράτησε μυστικό. Ο ζητιάνος έχει φίλους άραγε για να διηγηθεί μια από τις πιο δοξασμένες στιγμές της ζωής του;
Για αυτό σας είπα ότι πρέπει να σας πω αυτή την ιστορία. Είναι σπάνιες οι ιστορίες που έχουν για ήρωες ζητιάνους και δεν πρέπει να μένουνε μυστικές.

*H ιστορία είναι βασισμένη σε κάποια πραγματικά  γεγονότα. To κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο site της parallaxi εδώ

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Τα κρουαζιερόπλοια των φτωχών



Δεν τον είχε δει σχεδόν κανένα μάτι εδώ και μήνες στην γειτονιά. Έβγαινε μόνο μετά τα μεσάνυχτα σαν τους άθλιους του Βίκτωρ Ουγκό που ξεπροβάλανε τις νύχτες από τους υπονόμους του Παρισιού που ήταν κρυμμένοι.
Ένας πολιτισμένος ερημίτης. 27 ετών, πυκνό περιποιημένο μούσι, μελαχρινό δέρμα και γεροδεμένο κορμί. Kατοικούσε σε ένα μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα στον τελευταίο όροφο μιας παλιάς οικοδομής στην άνω πόλη. Περνούσε τις ώρες του μεθώντας με τις λέξεις των βιβλίων που κουβαλούσε από τις δανειστικές βιβλιοθήκες αλλά και παίζοντας blues σε μια κλασική κιθάρα. Οι φίλοι που του είχαν απομείνει λίγοι. Άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι πήγανε στο εξωτερικό και άλλοι τον παραμέρισαν λόγω των δύσκολων οικονομικών συγκυριών που προέκυψαν.

Μερικές καταστάσεις μπορεί να σε κάνουν να μην θέλεις να ζεις, η να συνεχίσεις να υπάρχεις αλλά απαλλαγμένος από την λαχτάρα για το κυνήγι ενός κοινωνικά αποδεκτού τρόπου επιβίωσης. Τον απέλυσαν από την εργασία του στις αρχές του φθινοπώρου και η κοπέλα του η Τζένη έφυγε τον Φεβρουάριο για μια δουλειά με καλές προοπτικές στο Άμστερνταμ. «Αν αρνηθώ την πρόταση και μείνω εδώ, τι θα γίνει με εμάς;» του ξεστόμισε ένα παγωμένο βράδυ. Δεν έδινε υποσχέσεις που δεν ήταν σίγουρος ότι θα τις πραγματοποιήσει. Από κάποιο διάστημα και μετά έπαψε να του απαντάει και στα μηνύματα που της έστελνε.

Κάπως έτσι η άνοιξη έκανε την εισβολή της στην Θεσσαλονίκη, με τον αέρα τα βράδια να μυρίζει από τα φύλλα των δέντρων και να δίνει μια αίσθηση αλλαγής, χωρίς όμως να αλλάζει τίποτα πραγματικά στην αντικομφορμιστική ζωή του Νίκου.

Είχε σταματήσει να ψάχνει και στις αγγελίες τον τελευταίο καιρό. Η κάθε μέρα που περνούσε τον έφερνε πιο κοντά προς τον ολοκληρωτικό ξεπεσμό, μιας και τον Σεπτέμβρη ήταν ο τελευταίος μήνας που θα καρπωνόταν το επίδομα.

Περιηγήθηκε για λίγο στο facebook και κοίταξε φωτογραφίες φίλων από ταξίδια. Πέρασαν σαν οπτασίες από μπροστά του τα όνειρα για μακρινές εξορμήσεις που ακυρώθηκαν. Το Λονδίνο του Κόναν Ντόυλ και η Αγία Πετρούπολη του Ντοστογιέφσκι ήταν για αυτόν μονάχα εικόνες που ξεπρόβαλαν μέσα από τις γραμμές των βιβλίων. Το αυτοκίνητο που έδινε μια διέξοδο πρωτύτερα, χαλασμένο και αραγμένο σε κάποιο σοκάκι κοντά στην Ολυμπιάδος. Ένα δάκρυ δραπέτευσε. Έβαλε τις παλάμες πάνω στο πρόσωπο καλύβοντας το και έμεινε σε αυτή την στάση για αρκετή ώρα, μέχρι που ήρθε εκείνη η λάμψη που έρχεται για λίγες η ίσως και για μία μόνο φορά στην ζωή και σε κάνει να αλλάζεις.

Θυμήθηκε ένα γνωμικό του Φράνκ Σινάτρα που είχε διαβάσει πριν λίγες ημέρες. «Αυτό που αποκαλείται στο μετρό ασφυκτικό στρίμωγμα, στα νυχτερινά κλαμπ το αποκαλούν ευχάριστη οικειότητα». «Και γιατί να μην γίνει κάτι αντίστροφο;» σκέφτηκε. Θα γινόταν ένας ταξιδευτής στον τόπο του, με καράβι για να διασχίσει τα συμβολικά λιμάνια , τα λεωφορεία που τον διαβαίνουν ανελέητα!

Άρχισε να καταστρώνει τα σχέδια του. Κατανάλωσε αρκετό χρόνο στην σελίδα με τις διαδρομές των αστικών συγκοινωνιών και έκανε ατέλειωτα πλάνα. Πήγε και πήρε μια κάρτα απεριορίστων διαδρομών και ξεκίνησε τα πρώτα εναλλακτικά ταξίδια. Γραμμή “40 Ν.Σ Σταθμός Καλοχώρι”, επόμενη στάση “Μηλτιάδη 2”, αποβίβαση σε έναν υγροβιότοπο με φλαμίνγκο. Γραμμή “67 ΙΚΕΑ-Τριάδι”, επόμενη στάση “Εργοτάξιο”, αποβίβαση σε μια λίμνη που περικλείεται από μια απέραντη πράσινη βλάστηση. Γέμισε η ψυχική του αποθήκη με τόσο αναζωογόνηση που θαρρείς πως είχε επισκεφτεί τα πολυτελέστερα spa της υφηλίου.

«Tα λεωφορεία των πόλεων είναι τα κρουαζιερόπλοια των φτωχών! Κάθε στάση και άλλο λιμάνι! Κάθε διαφορετικό λεωφορείο και μια καινούρια κρουαζιέρα!» αναφώνησε.«Τελικά έπρεπε να γίνω φιλόσοφος!» είπε και τον έπιασε ένα νευρικό γέλιο. Συνέχισε να εξερευνεί κάθε άγνωστη γωνιά μέσα και έξω από την πόλη και το καλοκαίρι δεν άργησε. Φορούσε τα απογεύματα το μαγιό του και ξεχυνόταν με τα λεωφορεία στην Αγία Τριάδα και στην Επανομή. Όταν βασίλευε ο ήλιος καθόταν μόνος στην αμμουδιά και άνοιγε το σακίδιο για να γευτεί ψωμοτύρι και λίγο κρασί καθώς αγνάντευε τον σκοτεινιασμένο θαλλασινό ορίζοντα.

Ο Αύγουστος έφθανε στο τέλος του και ένα βράδυ ενώ περιηγούνταν στo instagram δεχόμενος έναν καταιγισμό από φωτογραφίες διακοπών, η σκέψη της ματαιότητας διείσδυσε μέσα στο κεφάλι του για άλλη μια φορά και τον τίναξε σαν ρεύμα από κολόνα της ΔΕΗ. Διερωτήθηκε για το πόση αξία είχαν οι βόλτες που είχε κάνει τους τελευταίους μήνες σε σχέση με τις εικόνες που έβλεπε εκείνη την στιγμή. Πόσες καρδούλες θα έπαιρνε άραγε μια φωτογραφία του μπροστά στην λίμνη της Θέρμης σε σύγκριση με μια από τους ανεμόμυλους της Μυκόνου; «Ποιόν κοροϊδεύεις Νίκο; Ποιον;» Φώναξε δυνατά, την ώρα που τον χτυπούσε ο ανεμιστήρας και η πλάκα έβγαζε μια αποπνικτική ζέστη. Σηκώθηκε όρθιος και τράβηξε μια γροθιά πάνω στην παλιά λεπτή ξύλινη πόρτα δημιουργώντας της μια ρωγμή. Το δέρμα του σκίστηκε. Σταγόνες αίματος ξεπρόβαλαν πάνω στο χέρι. Πήγε στο μπάνιο και περιποιήθηκε την πληγή. Αυτό το κτύπημα που έδωσε έκανε να ξεθυμάνει όλος ο πόνος από μέσα του σαν χύτρα που βγάζει τον αέρα.

Σχετικά ήρεμος μετά από λίγο επέστρεψε στον υπολογιστή, απενεργοποίησε τους λογαριασμούς των κοινωνικών δικτύων, έβαλε την κάρτα των αστικών συγκοινωνιών στην τσέπη και βγήκε έξω στον δρόμο…


Κ.Igano

*To κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο site της lifo εδώ

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Tο φρικιό και το αδέσποτο


3 τα ξημερώματα της Τρίτης και ο ύπνος για άλλη μια φορά με έχει αποχαιρετήσει με άσπρο μαντίλι. Σύμφωνα με έρευνες το περπάτημα είναι ένα από τα καλύτερα βοηθήματα για να κοιμηθείς. Οπότε αποφασίζω να βγω για μια γύρα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. 

  H μόνη ύπαρξη που κινείται είναι η δική μου. Σου δημιουργείται μια υπερκόσμια αίσθηση ανασφάλειας τις πρώτες φορές που θα θελήσεις να πας για περίπατο τέτοια ώρα, αλλά παράλληλα είναι η καλύτερη στιγμή για μοναδικές εμπειρίες. 

  Ένα σκυλάκι με πλησιάζει. Σταματάω για να χαϊδέψω τις κοντές τρίχες του κεφαλιού του. Βγάζει έναν ήχο ευχαρίστησης και με ακολουθεί.  

 Είναι η καταλληλότερη στιγμή της ημέρας για να νιώσεις την ηδονική οσμή του φρεσκοψημένου ψωμιού που εξαπολύεται από τους φούρνους και εξαπλώνεται ανενόχλητη στους δρόμους λόγω της χαμηλής ατμοσφαιρικής ρύπανσης που επικρατεί τώρα.  

 Το σκυλάκι περπατάει ακόμη πίσω μου. Κινούμαι αρκετά γρήγορα και στρίβω πάντα στο πρώτο στενό που βρίσκω για να δω πως θα αντιδράσει αλλά αυτό είναι συνέχεια κοντά.  

 Είναι η ιδανική ώρα για να παρατηρήσεις το μέρος που ζεις. Δεν υπάρχουν κόρνες ούτε φωνές για να δημιουργήσουν περισπασμούς. Πως θα μπορούσες να δεις καλύτερα την Μόνα Λίζα; Αν ήταν δίπλα σου ένα κοπάδι φωνακλάδων τουριστών η αν θα ήσουν μόνος στο μουσείο του Λούβρου αφού είχε κλείσει; Εδώ βέβαια δεν υπάρχει κάποιο έργο του Ντα Βίντσι αλλά μία από τις πιο τρισάθλιες συλλογές κακόγουστης αρχιτεκτονικής. 

  Είμαστε μόνοι έξω στους δρόμους αλλά θαρρείς ότι βρισκόμαστε κάπου μέσα με όλες αυτές τις στοιβαγμένες οικοδομές που μας περικυκλώνουν. Θα μπορούσαμε να αποτελούμε ίσως και το σκηνικό ταινίας μικρού μήκους που θα παιζόταν σε κάποιο παρακμιακό φεστιβάλ. Τι τίτλο θα είχε άραγε; Α ναι το βρήκα «Το φρικιό και το αδέσποτο». 

  Καθώς το κοιτάζω διερωτώμαι για πόσο ακόμη θα συνεχίσει να με ακολουθεί και αυτό βγάζει ξανά το ίδιο ανατριχιαστικό γαλήνιο άκουσμα την ώρα που γονατίζω για να το χαϊδέψω.  

 Φτάνω έξω από την οικοδομή που μένω. Το αγγίζω για τελευταία φορά και κλείνω την πόρτα. Συνειδητοποιεί ότι θα με αποχωριστεί και ξεστομίζει μια πικρή φωνή. Είναι προφανές ότι θέλει να έρθει μαζί μου στο σπίτι.  

 Δεν με ρώτησε τι δουλειά κάνω, ούτε τι αυτοκίνητο έχω. Δεν με κοίταξε με αποδοκιμαστικό βλέμμα για τις τρύπες στα παπούτσια μου. Δεν με έβαλε να πω τι μπορώ να του προσφέρω για να το συγκρίνει με κάποιο άλλο υποψήφιο αφεντικό. Αν έρθει τελικά μαζί μου φαντάζομαι πως δεν θα με παρατήσει αργότερα για έναν άλλο άνθρωπο που θα του δίνει περισσότερα η θα το κάνει να περνάει καλύτερα. Δεν θα με κρίνει ποτέ για τους άβαφους τοίχους και για τα ξεχαρβαλωμένα σανίδια στο σαλόνι. Δεν το ενδιαφέρουν όλα αυτά. Θέλει να είναι δίπλα μου γιατί απλά μπορώ να του χαρίζω την συντροφιά μου και ένα χάδι. 

  Το έχω σκεφτεί καλά το θέμα του κατοικίδιου από καιρό και για διάφορους λόγους δεν γίνεται να το υιοθετήσω.

   Ανεβαίνω τις σκάλες και μπαίνω στο διαμέρισμα. Το σπαρακτικό του κλάμα φτάνει μέχρι τον 3ο όροφο που βρίσκομαι. Η καρδιά μου θρυμματίζεται.

   Μετά από λίγο κάποιες ανθρώπινες φωνές του απευθύνουν τον λόγο και απομακρύνεται μαζί τους. Βρήκε κάποιους άλλους φίλους μίας χρήσης. 

  Ο αριθμός των οικόσιτων ζώων στην πόλη τελευταία αυξάνεται με κολοσσιαίους ρυθμούς. Μια φίλη μου είπε πως η κρίση μας έχει φορτώσει με μπόλικη θλίψη και πολλοί βρίσκουν ένα αποκούμπι έτσι. Αυτή όμως είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μίση είναι η παταγώδης αποτυχία να βρεθεί αυτό το στήριγμα στους ανθρώπους. Τα τετράποδα πλάσματα δεν έχουν τις απαιτήσεις του ψυχαναγκαστικού lifestyle του 21ου αιώνα και αυτό τα κάνει πιο προσιτά.  

 Μήπως θα έπρεπε τελικά να δίνουν μαθήματα με την συμπεριφορά τους σε εκπαιδευτήρια ανθρώπων; 

    Κ.Igano  


 *true story 
  
Δημοσιεύτηκε αρχικά στο site της lifo εδώ 

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Μικρές καθημερινές ανισότητες (Λίγες ημέρες πριν κλείσουν οι τράπεζες)


Μεσημέρι Παρασκευής και περιμένω όρθιος να πληρώσω έναν λογαριασμό σε μια τράπεζα της Νεάπολης. Είμαι τελευταίος στην ουρά. Αυτός ο χρόνος της αναμονής είναι ένας ντροπιαστικός χρόνος σε ένα σύστημα που τρέχει ανελέητα κυνηγώντας τον άνεμο. 
Ένας άντρας γύρω στα 50 με τζόκεϊ καπέλο πάει και στέκεται δεξιά από έναν άλλο σε αντίθεση με όλους εμάς τους υπόλοιπους που περιμένουμε σε μια ευθεία νοητή γραμμή.
Είμαι άυπνος και τα βλέφαρα μου διεξάγουν μια τιτάνια μάχη για να μην κλείσουν. Παίζω ένα παιχνίδι μέσα μου για να τα κρατήσω ανοικτά.
Στοιχηματίζω πως ο άντρας με το καπέλο θα κλέψει την σειρά του διπλανού του.
Κέρδισα! Με έναν αριστοτεχνικό τρόπο και σαν μάγος κάποια στιγμή εμφανίζεται μπροστά από τον άντρα που ήταν δίπλα του. Προφανώς πιστεύει ότι ο χρόνος του είναι πολυτιμότερος. Ο άλλος άντρας δεν αντιδράει σαν να είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα του πλανήτη το να σου κλέβουν την σειρά.
Παρατηρώ τον άντρα που του έκλεψαν την σειρά. Γύρω στα 40 με αρκετά γκρίζα μαλλιά για την ηλικία του. Φοράει μια φθαρμένη μπλούζα. Tο κορμί του στέκεται λυγισμένο άχαρα σαν να είναι από τιμωρία όρθιος.
Ο άντρας με το καπέλο μπροστά έχει μια περηφάνια στο ύφος του και τεντωμένο κορμί σαν να κατάπιε μπαστούνι.
Η αναμονή συνεχίζεται, οπότε δημιουργώ ένα δεύτερο παιχνίδι. Προσπαθώ να μαντέψω πράγματα για την ζωή του άντρα που φοράει το καπέλο. Τι επάγγελμα να κάνει άραγε; Ίσως να είναι προϊστάμενος η επιχειρηματίας, να φέρεται αυταρχικά στους υπαλλήλους του και να πιστεύει ότι μπορεί να το κάνει αυτό παντού.
Ο άντρας με το καπέλο φτάνει στον γκισέ. Κρατάει στις παλάμες του ένα παχύ μάτσο με εκατοστάευρα και πενηντάευρα και αναφωνεί πως θέλει να τα καταθέσει. Η ταμίας τα παίρνει και τα βάζει στο μηχάνημα καταμέτρησης χωρίς να πει κάτι και με το πρόσωπο της ανέκφραστο. Σαν να είναι κάποια χαρτιά χωρίς μεγάλη αξία. Χαρτιά που για να τα βγάλει ένας εργάτης στην Ελλάδα θα πρέπει να ιδρώνει για χρόνια, τώρα τα ξεβράζει το μηχάνημα καταμέτρησης σαν φύκια από θάλασσα. Χαρτιά που αν χαρίζονταν σε κάποιο χωριό της Σιέρα Λεόνε με σκοπό να καλυφθούν κάποιες ανάγκες του, θα έκαναν party για ημέρες οι χωρικοί.
«13.120 θέλετε να καταθέσετε σωστά;» τον ρωτάει η ταμίας, διακόπτοντας για λίγα δευτερόλεπτα τις σκέψεις μου. Αυτός απαντάει στον ενικό και χρησιμοποιεί προστακτική για να της πει να κάνει κάτι.
To παιχνίδι συνεχίζεται… Δεν φαίνεται να είναι ένας απλός υπάλληλος που μάζευε οικονομίες για χρόνια στο σπίτι και μια ημέρα να του γύρισε το μάτι και να είπε ας πάω να τις καταθέσω. Η ηρεμία στο ύφος του που επικαλύπτεται από σιγουριά διαψεύδει κάτι τέτοιο.
 Έχει προφανώς κάποια επιχείρηση δική του υποθέτω. Τα χρήματα αυτά συγκεντρώθηκαν με έντιμο τρόπο άραγε; Κλέβει την εφορία μήπως; Δεν πληρώνει ένσημα και υπερωρίες στους υπαλλήλους του για να έχει μεγαλύτερο κέρδος;
Το κορμί του γκριζομάλλη άντρα φλερτάρει με την πτώση στο πάτωμα που νομίζεις ότι θα συμβεί από στιγμή σε στιγμή. Κρατάει απόσταση περίπου δύο μέτρων από τον γκισέ και από τον άντρα με το καπέλο σαν να έχει δώσει αναβολή για την συναλλαγή που θέλει να κάνει.
 Ο άντρας με το καπέλο φεύγει φορώντας στο πρόσωπο του το ίδιο αγέρωχο ύφος που είχε από την αρχή.
Ο γκριζομάλλης άντρας προχωράει σέρνοντας το βήμα του πάνω στο μαρμάρινο δάπεδο. Ρωτάει πόσα χρήματα έχει στον λογαριασμό του. «480 ευρώ» απαντάει η ταμίας. «Θέλω να βγάλω τα 400» ξεστομίζει με μια νωχελική φωνή που έχει τόνο σαν να πουλάει τα παλιά ασημικά της οικογένειας του.
Ενώ έρχεται η σειρά μου σκέφτομαι παράλληλα ανάμεσα στην κατάσταση που ζούμε στην Ελλάδα και στο βιβλίο «η ιστορία δύο πόλεων» του Καρλ Ντίκενς όπου η ανισότητα και η αδικία ήταν καθημερινή ρουτίνα στο Παρίσι λίγο πριν ξεσπάσει η Γαλλική επανάσταση.
Ακούγεται ένα δυνατό φρενάρισμα από έξω από τον δρόμο που περνάει μπροστά από την τράπεζα. Διακρίνω μέσα από τα τζάμια της τράπεζας ότι μαζεύεται κόσμος έξω από αυτήν. Περπατάω γρήγορα, περνάω από τις δύο γυάλινες πόρτες και βγαίνω έξω. Κάποιος είναι ξαπλωμένος κάτω στην άσφαλτο. Είναι ο κύριος με το καπέλο! Αν είναι δυνατόν! Τον κοιτάζω προσεκτικά. Δεν τρέχει καθόλου αίμα πάνω του αλλά είναι φανερό ότι δεν έχει τις αισθήσεις του. Η υπεροψία του έχει σβήσει. Τα 13.000 ευρώ που κατέθεσε πριν ίσως να μην προλάβει να τα χρησιμοποιήσει ποτέ. Ο χρόνος που κέρδισε κλέβοντας την σειρά φαντάζει τόσο άνευ ουσίας τώρα.

«Κύριε τα ρέστα σας» ακούγεται από μια γυναικεία φωνή.
«Μα εδώ ίσως να έχουμε κάποιον νεκρό άνθρωπο και κάποιος αναφέρεται σε χρήματα. Τι έλλειψη σεβασμού» λέω από μέσα μου.
«Κύριε τα ρέστα σας» ακούγεται για δεύτερη φορά από την ίδια φωνή πιο δυνατά.
Ανοίγω τα μάτια. Είμαι μπροστά στον γκισέ ακόμη. Το ατύχημα δεν έγινε ποτέ. Με κέρδισε για λίγα δευτερόλεπτα ο Μορφέας και πρόλαβα και είδα ένα σύντομο όνειρο. Βγαίνω έξω από την τράπεζα. Ο κύριος με το καπέλο έχει εξαφανιστεί. Είναι ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι, ο ζεστός άνεμος σιγοκαίει τα πάντα στο πέρασμα του. Ο κεντρικός δρόμος στην Νεάπολη είναι μποτιλιαρισμένος από αυτοκίνητα με κόσμο που γυρνάει από τις δουλειές και άλλους που πηγαίνουν για τριήμερο στα εξοχικά τους.

Κ.Ιgano
*Το 10% των Ελλήνων κατέχει το 56% του πλούτου της χώρας.
*H Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα σε ανισότητες στην Ευρωζώνη.
*Στις χώρες που υπάρχουν μεγαλύτερες ανισότητες είναι αυξημένα τα ποσοστά ψυχικών ασθενειών, εγκληματικότητας, χρήσης ναρκωτικών, αυτοκτονιών κ.α.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο site της parallaxi εδώ



Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Το σχέδιο της!


Γύρισε στο διαμέρισμα της τα ξημερώματα μετά από 10 ώρες εργασία.  Τρία ευρώ την ώρα την πληρώνουν συν τα πουρμπουάρ. Οι υπερωρίες δεν υπολογίζονται. Δεν τόλμησε να εκδηλώσει όμως ποτέ για αυτό το πράγμα δυσαρέσκεια. Περιμένανε για αυτή την θέση ένας στρατός άνεργων γυναικών στην ηλικίας της. Πρώτη κίνηση μετά το ηχηρό κλείσιμο της εξώπορτας η ενεργοποίηση του ηλεκτρονικού δέκτη. Το κάνει αυτό κάθε ημέρα με μορφή ιεροτελεστίας. Η φωνή της γνωστής παρουσιάστριας της κρατάει συντροφιά την ώρα που κάνει ένα ζεστό ντους και φτιάχνει κάτι για να φάει.
Διπλώνεται για να ζεσταθεί δίπλα από μία θερμάστρα ηλεκτρική. Τα σώματα του καλοριφέρ στους τοίχους μοιάζουν σαν κειμήλια από μια δοξασμένη εποχή. Είναι γύρω στα 23. Το λεπτό κορμί και το συμπαθητικό της πρόσωπο αποτέλεσαν τα καθοριστικά κριτήρια για να βρει δουλειά σε μια σύγχρονη φάμπρικα της πόλης. Ένα cafebar.
Καθώς μασουλάει τα ξαναζεσταμένα μακαρόνια ανοίγει το laptop και ανεβάζει στο facebook μια φωτογραφία που βγήκε πριν λίγες ώρες. Σε λίγα δευτερόλεπτα έρχεται το πρώτο like και το πρώτο σχόλιο από κάτω. «Είσαι κούκλα!».Το πρόσωπο της ανέκφραστο σε αντίθεση με την χαμογελαστή φατσούλα που ποστάρει κάτω από το σχόλιο. Τώρα κοιτάζει και πάλι τα διάσημα πρόσωπα που παρελάσουν μπροστά από τον τηλεοπτικό φακό και νιώθει ότι η ζωή της είναι ένα σκοτεινό τίποτα σε σχέση με την δικιά τους. Το facebook ένας τρόπος για να νιώσει και αυτή τα λίγα λεπτά διασημότητας που τόσο ποθεί. Γνωρίζει ότι το μεγάλο κεφάλαιο της είναι η εμφάνιση της και το προωθεί μανιασμένα. Στο προφίλ της εκατοντάδες φωτογραφίες της. Με φόρεμα, με τζίν, με μαγιό, με σοβαρό ύφος και με κάθε πιθανή γκριμάτσα που μπορεί να κάνει το ανθρώπινο είδος. Στοιχεία που θα πρόδιδαν κάποιο ταλέντο η κάποιο προβληματισμό για την κρίση της ανθρωπότητας απουσιάζουν.
 Τα πόδια της πονάνε από την πολύωρη ορθοστασία. Οραματίζεται το μέλλον. Δεν κάνει την δουλειά που ονειρεύονταν αλλά δεν θα μπορεί και να είναι για πάντα σερβιτόρα σε αυτό το μαγαζί. Ένα πρωί ίσως την διώξουν για να πάρουν κάποια πιο νέα, κάποια πιο όμορφη. Ποια η τύχη της ύστερα; «Παίρνουν το καλύτερο κομμάτι της ζωής μας το εκμεταλλεύονται και μετά μας πετάνε» συλλογίζεται. Σαν τα άλογα που τα χρησιμοποιούν για τις κούρσες ταχύτητας.
Το σχέδιο της για αλλαγή χαραγμένο εδώ και λίγο καιρό μέσα της. Να βρει έναν πρίγκιπα με ένα μεγαλοπρεπές βασίλειο. Σε καμία περίπτωση όμως κάποιον πρίγκιπα όσον αφορά την εμφάνιση και τους τρόπους μόνο. Ένας τέτοιος πρίγκιπας δεν μπορεί να πληρώσει το πετρέλαιο η τα φορέματα της. Ο μεγάλος στόχος σφηνωμένος συνέχεια στο μυαλό της. Οι άντρες της μιλάνε και αυτή κοιτάει τι μάρκα παπούτσια φοράνε. Της λένε για τα ενδιαφέροντα τους, αλλά αυτή ενδιαφέρεται να μάθει το μοντέλο του αυτοκινήτου τους και τα ψηφία από το εκκαθαριστικό.
«Θα τα καταφέρω! Θα γίνω μία σαν εσάς μια μέρα!» λέει απευθυνόμενη προς τα τηλεοπτικά πρόσωπα, σαν να την ακούν. 
Κ.Ιgano
*Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο site της εφημερίδας parallaxi εδώ